ἄσσα

ἄσσα, Att. ἄττα = τινὰ; ἅσσα, Att. ἅττα = ἅτινα n. pl.
See also: τίς
Page in Frisk: 1,169

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἄσσα — Ἄσσᾱ , Ἄσσα fem nom/voc/acc dual Ἄσσα fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσσά — ἀσσα , τις any one neut acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσσα — ἀσσα , τις any one neut acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άσσα — Αρχαία πόλη της Χαλκιδικής στον Σιγγιτικό κόλπο. Εκεί προσέγγισε ο στόλος του Ξέρξη μόλις βγήκε από τον Άθω και στρατολόγησε διά της βίας όλους τους άντρες της. * * * (I) ἄσσα (ιων. τ. του τινά), αττ. ἄττα (Α) μερικά, κάμποσα. (II) ἅσσα (ιων. τ.… …   Dictionary of Greek

  • ἅσσα — ὅστις that neut nom/acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄτθ' — Ἄσσα , Ἄσσα fem nom/voc sg Ἄσσαι , Ἄσσα fem nom/voc pl Ἄσσᾱͅ , Ἄσσα fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄττ' — Ἄσσα , Ἄσσα fem nom/voc sg Ἄσσαι , Ἄσσα fem nom/voc pl Ἄσσᾱͅ , Ἄσσα fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄττα — Ἄσσᾱ , Ἄσσα fem nom/voc/acc dual Ἄσσα , Ἄσσα fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄττας — Ἄσσᾱς , Ἄσσα fem acc pl Ἄσσᾱς , Ἄσσα fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀττα — ἀσσα , τις any one neut acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄσσης — Ἄσσα fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.